Γιατί χρεοκοπούν οι ασφαλιστικές εταιρείες και πώς το Solvency II προλαμβάνει την αφερεγγυότητα;

Οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί εκτίθενται ,όπως είναι λογικό, σε διάφορα είδη επιχειρηματικών κινδύνων. Η επαρκής αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών καθορίζει την πιθανότητα χρεοκοπίας τους. Αξίζει να αναφερθεί, ότι ιστορικά, το ποσοστό χρεοκοπίας χρηματοοικονομικών οργανισμών παγκοσμίως, είναι σχετικά χαμηλό.

Οι ασφαλιστικές εταιρίες, ως χρηματοοικονομικοί οργανισμοί,  έχουν έναπρόσθετο λόγο να ανησυχούν για την επαρκή αντιμετώπιση των επιχειρηματικών κινδύνων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν, αφού η κύρια εργασία τους είναι αυτή καθαυτή  η ανάληψη κινδύνων. Από διάφορες έρευνες που διενεργήθηκαν στο παρελθόν από την Standard&Poor’s και που είχαν ως στόχο τη διερεύνηση των αιτιών της χρεοκοπίας ασφαλιστικών εταιριών παγκοσμίως, τα βασικά ευρήματα είχαν ως ακολούθως :

  • Ανεπαρκής διαχείριση ρευστότητας : Οι ασφαλιστικές εταιρίες , προκειμένου να διατηρήσουν τα επίπεδα ρευστότητας τους, έχουν ως κύριο στόχο την επίτευξη του χρονισμού των ασφαλιστικών υποχρεώσεων τους με τα αντίστοιχα περιουσιακά τους στοιχεία. Δηλαδή, το προφίλ ωρίμανσης των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να συμβαδίζει με τη χρονική στιγμή που η ασφαλιστική εταιρία θα πρέπει να προχωρήσει στην αποπληρωμή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων της. Η τεχνική αυτή ονομάζεται «Αντιστοίχιση Ενεργητικού/ Παθητικού», το γνωστό » Asset/ LiabilityMatching – ALM». H ανάλυση των ασφαλιστικών χρεοκοπιών στο παρελθόν, ανέδειξε σοβαρά προβλήματα συγκέντρωσης περιουσιακών στοιχείων χαμηλής ρευστοποίησης τα οποία είχαν αντιστοιχιστεί με υποχρεώσεις οι οποίες παρουσίαζαν αυξητική τάση σε περιόδους κρίσης. Έτσι, τα μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούσαν να διατηρήσουν την αναγκαία ρευστότητα για την συνέχιση των εργασιών, έχοντας ως αποτέλεσμα τη χρεοκοπία της ασφαλιστικής εταιρίας.
  • Υπό-τιμολόγηση και υπό – αποθεματοποίηση :Οι χρήση λανθασμένων τακτικών τιμολόγησης, κυρίως υπό τιμολόγησης των ασφαλιστικών προϊόντων, συνήθως οδηγεί σε πρόσκαιρη ανάπτυξη των εργασιών μιας ασφαλιστικής εταιρίας, αφού παρέχει φθηνότερα το ίδιο προϊόν σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Σε δεύτερο χρόνο όμως, η υπό τιμολόγηση οδηγεί σε αρνητικά περιθώρια κέρδους. Το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται όταν παράλληλα με την υπό τιμολόγηση οι ασφαλιστικές εταιρίες υιοθετούν χαμηλές εκτιμήσεις αναφορικά με το ύψος των αποθεμάτων που διατηρούν για την κάλυψη των αναγκών τους για μελλοντικές αποζημιώσεις. Με την πάροδο του χρόνου, οι τακτικές αυτές δημιουργούν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και οδηγούν μια ασφαλιστική εταιρία στη χρεοκοπία.
  • Μεγάλη ανοχή στον επενδυτικό κίνδυνο :H μεγάλη ανοχή στον επενδυτικό κίνδυνο υποδηλώνει την τακτική με οποία μια ασφαλιστική εταιρία επιλέγει επενδύσεις υψηλού κινδύνου με την προοπτική υψηλότερων αποδόσεων. Σε κάποιες περιπτώσεις χρεοκοπίας στο παρελθόν, οι επενδύσεις υψηλού κινδύνου αποδείχτηκαν ζημιογόνες έχοντας ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της ασφαλιστικής εταιρίας που στήριξε το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο σε αυτές.
  • Διοίκηση και Διακυβέρνηση :Ανεπαρκής σχεδιασμός του συστήματος εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με λανθασμένες διοικητικές αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την πορεία των εργασιών, οδήγησαν έναν αριθμό ασφαλιστικών εταιριών στη χρεοκοπία. Η έλλειψη διαδικασιών που διασφάλιζε την ενημέρωση των κατάλληλων στελεχών αλλά και επιλογές υπερέκθεσης σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις ή σε τρίτα μέρη  που δεν εκτιμήθηκαν σωστά, οδήγησαν στην κατάρρευση των εν λόγω ασφαλιστικών εταιριών.
  • Εξαγορές και επιθετικά ανοίγματα σε άγνωστες γραμμές προϊόντων /αγορές :Σε κάποιες περιπτώσεις, η ραγδαία ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου μέσω συνεχόμενων εξαγορών ή το άνοιγμα σε καινούργιες γραμμές προϊόντων ή αγορές, χωρίς τις απαιτούμενες μελέτες βιωσιμότητας ή χωρίς την πρέπουσα εταιρική διακυβέρνηση, οδήγησαν έναν αριθμό ασφαλιστικών εταιριών στη χρεοκοπία.

Οι προαναφερόμενοι παράγοντες χρεοκοπίας δεν εξαντλούνται εδώ. Σε αυτή τη λίστα μπορούν να προστεθούν και άλλα παραδείγματα : α) Η απάτη β) Καταστροφικά γεγονότα (φυσικές καταστροφές ή καταστροφές προκαλούμενες από ανθρώπινο λάθος) γ) Κατάρρευση του βασικού αντασφαλιστή κλπ.Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις η χρεοκοπία είναι αποτέλεσμα συνδυασμού δύο ή και περισσοτέρων παραγόντων.

Hοδηγία SolvencyIIεμπεριέχει όλα τα κατάλληλα εργαλεία με κύριο μέλημα την αποφυγή και την εξουδετέρωση των παραγόντωνπου οδηγούν τις ασφαλιστικές εταιρίες στη χρεοκοπία. Εξ ου και θεωρείται ως ένα ιδιαίτερα ασφαλές πλαίσιο λειτουργίας για τον κλάδο, ένα πλαίσιο σχεδόν μηδενικού κινδύνου.Ειδικότερα, το SolvencyIIσχεδιάστηκε έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την φερεγγυότητα και σε ποσοτικό αλλά και σε ποιοτικό επίπεδο, ενώ ενισχύει σημαντικά την εποπτεία εισάγοντας την έννοια της «προληπτικής εποπτείας» μέσω της συστηματικής παρακολούθησης της κατάστασης των ασφαλιστικών εταιριών.

Εάν εξεταστούν οι παράγοντες χρεοκοπίας μεμονωμένα θα διαπιστωθεί ότι η Οδηγία SolvencyIIέχει θέσει αυστηρές δικλείδες ασφαλείας που αφενός μεν ενισχύουν την διαδικασία της Αντιστοίχισης των Στοιχείων Ενεργητικού Παθητικού (ALM) διασφαλίζοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την επάρκεια της ρευστότητας της ασφαλιστικής εταιρίας και αφετέρου μέσω της διαμόρφωσης του κεφαλαίου κινδύνου περιορίζει την πιθανότητα της υπό-αποθεματοποίησης και της υπό-τιμολόγησης. Αντίστοιχα, μέσω της Αρχής του Συνετού Επενδυτή, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επενδύουν το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιών τους στοιχείων μόνο σε στοιχεία και τίτλους οι κίνδυνοι των οποίων μπορούν να είναι μετρήσιμοι, αναγνωρίσιμοι και μπορούν να τύχουν παρακολούθησης, διαχείρισης, ελέγχου και αναφοράς. Παράλληλα, εντός της φόρμουλας υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων λαμβάνεται υπόψη και ο κίνδυνος της συγκέντρωσης για την αποφυγή της εξάρτησης από περιορισμένα και συγκεκριμένα είδη επενδύσεων που ενδέχεται να επιφέρουν προβλήματα στην ρευστότητα.

Εντός των γενικών απαιτήσεων Εταιρικής Διακυβέρνησης, η Οδηγία SolvencyII προκρίνει την δημιουργία αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης που θα εγγυάται τη σωστή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών εταιριών.Το σύστημα Εταιρικής Διακυβέρνησης  περιλαμβάνει διαφανή οργανωτική δομή καθώς και το απαραίτητο μηχανισμό διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών εντός της εταιρίας.Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος Εταιρικής Διακυβέρνησης αφορούν στη δημιουργία συγκεκριμένων λειτουργιών εντός της εταιρία, στην εδραίωση δύο διαφορετικών συστημάτων και στη μεταξύ τους διάδραση, προκειμένου το προφίλ κινδύνου της εταιρίας να αποτυπώνεται στην Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνων και Φερεγγυότητας (ORSA) διασφαλίζοντας την λήψη των κατάλληλων διοικητικών αποφάσεων για την συνέχεια και την κανονικότητα των εργασιών.

Μέσω του κινδύνου Αντισυμβαλλομένου (Πιστωτικός Κίνδυνος) που εμπεριέχεται επίσης στην φόρμουλα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων και αναφέρεται στον κίνδυνο που προκύπτει από την σύναψη συμβάσεων με σημαντικά τρίτα μέρη τα οποία ενδέχεται να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, αντιμετωπίζεται ο παράγοντας της αφερεγγυότητας ως αποτέλεσμα σχέσεων με τρίτα μέρη. Επίσης, τα καταστροφικά σενάρια  που εμπεριέχονται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και σχεδιάστηκαν για να αποτυπώνουν ακραία καταστροφικά γεγονότα, το μέγεθος των οποίων δεν δύναται να υπολογιστεί  μέσω της μεθόδου της Αξίας σε Κίνδυνο. Έτσι, μέσα στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων κάθε ασφαλιστικής εταιρίας εμπεριέχονται ακραία σενάρια κινδύνου (catastrophescenarios) για τα οποία η ασφαλιστική εταιρία στο εξής θα είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει οικονομικά. Τέλος, ο λειτουργικός κίνδυνος που ορίζεται ο κίνδυνος ζημιάς από ανεπαρκείς ή ανεπιτυχείς, εσωτερικές διαδικασίες επίσης αντιμετωπίζεται μέσω της ενσωμάτωσης ελεγκτικών και προστατευτικών μηχανισμών μέσα από  το ευρύτερο πλαίσιο Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Βασικό χαρακτηριστικό της Οδηγίας SolvencyII είναι η αναβάθμιση του εποπτικού ρόλου μέσω της συστηματικής παρακολούθησης της πορείας και των αποτελεσμάτων των εταιριών, επιτρέποντας την πρόληψη της αφερεγγυότητας τους μέσα από την διαδικασία της ολιστικής διαχείρισης κινδύνων. Δηλαδή, το SolvencyII οδηγεί στη διαμόρφωση ενός εποπτικού πλαισίου που στηρίζεται στην «προληπτική» και όχι  αποκλειστικά στη «διορθωτική» εποπτεία όπως ίσχυε με το καθεστώς SolvencyI. Συγκεκριμένα, το ζητούμενο της εποπτείας είναι η διαρκής συμμόρφωση των ασφαλιστικών εταιριών με τις απαιτήσεις του νέου πλαισίου, κατά τη λειτουργία τους και μέχρι την πιθανή εκκαθάριση τους, αλλά και κατά την παροχή υπηρεσιών από τους συνεργαζόμενους με την εταιρία διαμεσολαβητές.Μέσα στα πλαίσια της άσκησης προληπτικής, διορθωτικής και κατασταλτικής εποπτείας, η εποπτική αρχή έχει την αρμοδιότητα να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα αλλά και αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν για τους κατόχους  ασφαλιστηρίων συμβολαίων ενώ δύναται να διενεργεί γενικούς ή ειδικούς, και επιτόπιους ή μη ελέγχους προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό της.

Συσχετίζοντας λοιπόν τους πιθανούς παράγοντες χρεοκοπίας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης με τις αντίστοιχες απαιτήσεις για την φερεγγυότητα που θέτει η Οδηγία SolvencyII, καταλήγουμε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το νέο πλαίσιο στοχεύει στην ολοκληρωμένη περιφρούρηση όλων των ενδεχομένων που προκαλούν αφερεγγυότητα. Το SolvencyII, σχεδιάστηκε έτσι ώστε οι Απαιτούμενες Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Φερεγγυότητας (SCR) να  επιτρέπουν μια πιθανότητα χρεοκοπίας της ασφαλιστικής εταιρίας στα 200 χρόνια (VaR99.5% σε ορίζοντα ενός έτους) επιτελώντας έτσι τον βασικό του στόχο : την προστασία του καταναλωτή.

Δημοσιεύτηκε στο www.insuranceforum.gr

You can leave a response, or trackback from your own site.

Leave a Reply

Powered by WordPress | Designed by: Best SUV | Thanks to Toyota SUV, Ford SUV and Best Truck